Μέτρηση αρτηριακής πίεσης
Η αρτηριακή πίεση μετριέται με ένα όργανο που ονομάζεται σφυγμομανόμετρο. Αυτό αποτελείται από ένα μανόμετρο (υδραργυρικό ή μηχανικό ή ηλεκτρονικό) που συνδέεται με περιχειρίδα. Στη περιχειρίδα υπάρχει ελαστικός αεροθάλαμος που τοποθετείται γύρω από τον βραχίονα και στον οποίο αυξάνει η πίεση του αέρα, σε τιμές μεγαλύτερες της συστολικής πίεσης, έτσι ώστε να διακόπτεται η ροή του αίματος. Στη συνέχεια ελαττώνεται βαθμηδόν η πίεση στον αεροθάλαμο ώστε να επιτραπεί εκ νέου η κυκλοφορία του αίματος. τη στιγμή κατά την οποία επανεμφανίζεται η ροή του αίματος, κάτι που γίνεται αντιληπτό ηχητικά, αν τοποθετηθεί ο κώδωνας στηθοσκοπίου στην εσωτερική επιφάνεια του αγκώνα πάνω από τη πορεία της βραχιονίου αρτηρίας, η πίεση στον αεροθάλαμο είναι ίση με τη συστολική πίεση του αίματος. Όταν η πίεση στον αεροθάλαμο ελαττωθεί σε μεγάλο βαθμό τότε μειώνεται απότομα ο ήχος της ροής του αίματος διαμέσου της αρτηρίας μέχρι πλήρους εξαφάνισής του, γεγονός που σημαίνει ότι έχει αρθεί η απόφραξη στο αγγείο. Οι περισσότεροι θεωρούν ως διαστολική πίεση την ένδειξη του μανομέτρου κατά τη στιγμή εξαφάνισης του ήχου ροής, ενώ ορισμένοι λαμβάνουν υπόψη την ένδειξη του μανομέτρου τη στιγμή της απότομης μείωσης της έντασης των ήχων.
Οι φυσιολογικές τιμές της αρτηριακής πίεσης για ένα άτομο ηλικίας 20 - 30 ετών είναι 120 mg/Hg η συστολική και, 80 mg/Hg η διαστολική. Η αρτηριακή πίεση σε ένα άτομο δεν είναι σταθερή όλο το 24ωρο, αλλά εξαρτάται από τη δραστηριότητα του ατόμου. Συνήθως είναι χαμηλή στη διάρκεια του νυκτερινού ύπνου και αυξάνει σημαντικά στη διάρκεια μιας έντονης φυσικής δραστηριότητας ή μιας συναισθηματικής φόρτισης (stress). Στο 90% των περιπτώσεων αρτηριακής υπέρτασης η αιτία είναι άγνωστη (ιδιοπαθής υπέρταση). Ενοχοποιούνται κληρονομικοί παράγοντες, κακή διατροφή (παχυσαρκία), stress κ.α., αλλά γεγονός είναι ότι δεν υπάρχει παθολογικό υπόστρωμα κάποιας νόσου. Κύριοι παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί που οδηγούν στην αύξηση της αρτηριακής πίεσης του αίματος, είναι η αύξηση του όγκου παλμού (κατακράτηση νατρίου και ύδατος) και η αύξηση των περιφερικών αγγειακών αντιστάσεων. Υπεύθυνος για την εμφάνιση του δεύτερου μηχανισμού, που θεωρείται περισσότερο συχνός στη παθογένεια της ιδιοπαθούς υπέρτασης, είναι η υπέρμετρη διέγερση του συμπαθητικού νευρικού συστήματος (έκκριση κατεχολαμινών) καθώς και ενεργοποίηση του άξονα αλδοστερόνης - ρενίνης - αγγειοτενσίνης. Τόσο η νοραδρεναλίνη, όσο και η ρενίνη και η αγγειοτενσίνη είναι ορμόνες με ισχυρή αγγειοσυσπαστική δράση. Ο περιφερικός αγγειόσπασμος αυξάνει τις περιφερικές αγγειακές αντιστάσεις και αυτό οδηγεί σε σημαντική αύξηση της αρτηριακής πίεσης. Η έκκριση των ορμονών αυτών συνήθως είναι αποτέλεσμα του stress, ενώ σπανιότερα οφείλεται σε ορισμένες παθολογικές καταστάσεις (παθήσεις νεφρών, επινεφριδίων κλπ.). Ανάμεσα στην αρτηριακή υπέρταση και στην αρτηριοσκλήρωση των αγγείων υπάρχει μια αμφίδρομη σχέση, δηλαδή η υπέρταση μπορεί να είναι το αποτέλεσμα των τοιχωματικών βλαβών στις αρτηρίες, αλλά και οι τοιχωματικές αυτές βλάβες μπορούν να προκληθούν εξ' αιτίας της διατήρησης αυξημένης αρτηριακής πίεσης.
Πηγή : ΙΑΤΡΙΚΗ της ΑΘΛΗΣΗΣ
ΑΣΤΕΡΙΟΥ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗ

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου