Επιπτώσεις της αρτηριακής υπέρτασης στην υγεία του ανθρώπου
Οι επιπτώσεις της αρτηριακής υπέρτασης στην υγεία του ανθρώπου και κατ' επέκταση στη κοινωνική και οικονομική ζωή είναι πολύ σοβαρές. Το 1/3 περίπου των υπερτασικών εμφανίζουν ισχαιμική νόσο του μυοκαρδίου και περιφερικές βλάβες των αρτηριακών (αποφρακτική αρτηριοπάθεια), ενώ το 1/4 παρουσιάζει αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρδιακής ανεπάρκειας και εγκεφαλικών επεισοδίων. Τα ποσοστά αυτά δικαιολογούν το αυξημένο ενδιαφέρον που παρουσιάζει η θεραπευτική αντιμετώπιση της υπέρτασης.
Η διατήρηση για μεγάλο χρονικό διάστημα αυξημένης της αρτηριακής πίεσης του αίματος, τόσο της συστολικής, όσο και της διαστολικής, οδηγεί μεσοπρόθεσμα σε υπερτροφία της αριστερής κοιλίας, ενώ μακροπρόθεσμα σε έκπτωση της λειτουργικότητάς της (καρδιακή ανεπάρκεια). Η υπερτροφία της αριστερής κοιλίας εξαιτίας της αρτηριακής υπέρτασης αποτελεί έναν προσαρμοστικό και προστατευτικό μηχανισμό της καρδιάς και είναι αποτέλεσμα τόσο της χρόνιας φόρτωσης με έργο της αριστερής κοιλίας (αύξηση των αγγειακών αντιστάσεων που οδηγεί σε αύξηση του καρδιακού μεταφορτίου), όσο και της απευθείας επίδρασης στο μυοκάρδιο ορμονών (κατεχολαμίνες, ρενίνη, αγγειοτενσίνη), που εκκρίνονται σε αυξημένα επίπεδα στους υπερτασικούς από τοπικά κύτταρα, καθώς και από άλλα όργανα (επινεφρίδια, νεφροί κ.α.). Με την εμφάνιση της υπερτροφίας ελαττώνεται το τελο-συστολικό stress που υφίσταται το τοίχωμα της αριστερής κοιλίας εξαιτίας της αρτηριακής υπέρτασης και έτσι για μεγάλο χρονικό διάστημα διατηρείται σε φυσιολογικά επίπεδα η συστολική λειτουργία της αριστερής κοιλίας. Αντίθετα, η καρδιακή αυτή υπερτροφία δεν προστατεύει από τη διαταραχή της διαστολικής λειτουργίας, που εμφανίζεται πρώιμα στους υπερτασικούς. Η "παθολογική" υπερτροφία της αριστερής κοιλίας που εμφανίζεται ως χρόνια απάντηση της καρδιάς στην αρτηριακή υπέρταση, διαφέρει από τη "φυσιολογική" υπερτροφία που προκαλείται με τη συστηματική προπόνηση και ιδιαίτερα με ισομετρικού τύπου ασκήσεις. Οι διαφορές μεταξύ των δύο τύπων υπερτροφιών είναι τόσο μορφολογικές, όσο και λειτουργικές. Η άσκηση οδηγεί στην εμφάνιση συνήθως έκκεντρου τύπου υπερτροφίας, που δε συνοδεύεται από ιδιαίτερη διάταση των κοιλοτήτων, ενώ η υπέρταση οδηγεί σε διατατική υπερτροφία έκκεντρου ή, συνήθως, συγκεντρικού τύπου. Οι διαφορές αυτές είναι αποτέλεσμα διαφορετικών μεταβολών που εμφανίζονται στη δομή και τη δραστηριότητα των συσταλτών πρωτεϊνών του μυοκαρδίου και του σαρκοπλασματικού δικτύου, καθώς και στην ενζυματική δραστηριότητα, ανάμεσα στους δύο τύπους υπερτροφιών. Εξαιτίας των διαφορετικών αυτών μορφολογικών προσαρμογών, στη "φυσιολογικού" τύπου υπερτροφία, συνήθως βελτιώνονται ή δεν επηρεάζονται οι συστολικοί και διαστολικοί δείκτες της καρδιακής λειτουργίας, ενώ στη "παθολογική" υπερτροφία, όπως αναφέρθηκε, οι δείκτες αυτοί συνήθως μεταβάλλονται παθολογικά. Κοινό γνώρισμα των δύο τύπων υπερτροφιών είναι ότι η διακοπή της φυσιολογικής ή παθολογικής φόρτωσης της καρδιάς με μηχανικό έργο (διακοπή της άσκησης ή αντιμετώπιση της υπέρτασης) οδηγεί σε υποστροφή της υπερτροφίας της αριστερής κοιλίας.
Καθοριστικό ρόλο στη θεραπεία της υπέρτασης παίζουν ο προσεκτικός έλεγχος της διατροφής (περιορισμός νατρίου, θερμίδων), η αύξηση της φυσικής δραστηριότητας και η φαρμακοθεραπεία. Το είδος της τελευταίας εξαρτάται από τη βαρύτητα της νόσου. Αντίθετα, η διατροφή και η άσκηση παίζουν σημαντικό θεραπευτικό ρόλο σε όλα τα στάδια της νόσου.
Πηγή : ΙΑΤΡΙΚΗ της ΑΘΛΗΣΗΣ
ΑΣΤΕΡΙΟΣ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ


Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου