Προσαρμοστικότητα κατά την αναπτυξιακή ηλικία
Θα πρέπει να έχουμε στο νου, όταν σχεδιάζουμε την προπόνηση, πως το παιδί δε θα πρέπει να θεωρείται ένας μικρός ενήλικας, διότι υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές μεταξύ της ωρίμανσης των οργάνων ενός ενήλικα και εκείνης των παιδιών. Αυτό σημαίνει πως το σωματικό φορτίο πρέπει ν' αντιστοιχεί με την ανθεκτικότητα στην επιβάρυνση των ατομικών οργάνων και ιστών. Το σώμα του παιδιού και του εφήβου είναι ικανό να προσαρμόζεται και σε πιο έντονη προπόνηση. Ακόμα και παιδιά της προσχολικής ηλικίας δείχνουν μια σχετικά καλή προσαρμοστικότητα του καρδιοαγγειακού συστήματος, αν και το ανώτατο σημείο βρίσκεται μεταξύ των 9 και 14 χρονών. Ιδιαίτερα, παιδιά των 5 χρονών που υπόκεινται σε επιβαρύνσεις αντοχής αρχίζουν να εμφανίζουν μια αύξηση στον όγκο καρδιάς και στη μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου. Επιπλέον, η καρδιακή παροχή αίματος είναι γρηγορότερη στα γυμνασμένα παρά στ' αγύμναστα παιδιά. Παρόμοιες αντιδράσεις, ανάλογες με την ηλικία, μπορούν επίσης να παρατηρηθούν στο αναπνευστικό σύστημα. Συνολικά, αυτές οι αντιδράσεις δείχνουν πως ο οργανισμός ενός παιδιού προσχολικής ηλικίας είναι ικανός να προσαρμοστεί σε αερόβιες ερεθίσματα.
Μορφολογικές και λειτουργικές διαφορές μεταξύ γυμνασμένων και αγύμναστων παιδιών είναι εμφανέστερες σε παιδιά της πρώτης και μέσης σχολικής ηλικίας.
Στο κυκλοφορικό σύστημα αυτό εκδηλώνεται με μια αύξηση στον όγκο παλμού, στη καρδιακή παροχή αίματος και όγκο καρδιάς. Η καρδιακή συχνότητα κατά την ηρεμία και την προπόνηση των παιδιών βρίσκεται ακόμα σημαντικά χαμηλότερα από τα περιθώρια που διαφορετικά περιμένουμε για την ηλικία τους και τη σωματική τους διάπλαση. Επιπλέον, η καρδιακή συχνότητα είναι ταχύτερη στα γυμνασμένα παρά στ' αγύμναστα παιδιά, και θα πρέπει να τη δούμε σαν έναν αποτελεσματικό και οικονομικό μηχανισμό προσαρμογής. Η μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου, σαν ένα βασικό κριτήριο της αθλητικής αποτελεσματικότητας, δείχνει μια αξιοσημείωτη αύξηση σε άτομα και των δύο φύλων, που προπονούνται. Χαρακτηριστικές εκδηλώσεις της προσαρμογής μπορούν επίσης ν' αναγνωριστούν και στο αναπνευστικό σύστημα. Αθλητές που ειδικεύονται σε αθλήματα αντοχής, για παράδειγμα, έχουν ζωτική χωρητικότητα πάνω από το μέσο όρο. Στο σύνολό τους, οι φυσιολογικές μετρήσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω αντανακλούν μια καλή προσαρμογή στην προπόνηση αντοχής.
Κατά τη πορεία της σωματικής ανάπτυξης, η περίοδος της ωρίμανσης σημειώνεται από μια ανάπτυξη της προσωπικότητας, που παρατηρείται και στην ανταπόκριση προς τη προπόνηση.
Αυτή η περίοδος της εξέλιξης δε χαρακτηρίζεται μόνο από τη μεγαλύτερη δυνατή ανάπτυξη, που καθορίζεται από την ηλικία, αλλά είναι επίσης και η καλύτερη περίοδος για προπόνηση. Σημαντικές διαφορές παρατηρούνται σε φυσιολογικές μεταβλητές της σωματικής απόδοσης μεταξύ γυμνασμένων και αγύμναστων νέων ενηλίκων.
Μια σταθερή αύξηση της καρδιαγγειακής οικονομίας δημιουργεί μια ευνοϊκή βάση για προπόνηση αντοχής. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί πως στην αρχή της ηλικίας της ωρίμανσης, τα κορίτσια παρουσιάζουν ένα υψηλότερο ποσοστό βελτίωσης στην απόδοση. Αυτό φαίνεται, για παράδειγμα, από τη συνεχή βελτίωση της απόδοσης των νέων κολυμβητριών. Στ' αγόρια, μια ουσιαστική αύξηση της αντοχής παρατηρείται μονάχα στην ηλικία των 14, αλλά τότε, η αντοχή συνεχίζει να βελτιώνεται με την ανάπτυξη της μέγιστης πρόσληψης οξυγόνου, εμώ σημειώνονται σημαντικές διαφορές μεταξύ των γυμνασμένων και των αγύμναστων νέων. Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πως η μέγιστη πρόσληψη οξυγόνου των αγύμναστων κοριτσιών παραμένει στάσιμη γύρω στα 14 χρόνια, παρουσιάζοντας μόνο μια μικρή αύξηση μέχρι το 17ο χρόνο.
Αυτό ισχύει και για τέτοιες μεταβλητές όπως ο όγκος καρδιάς, η καρδιακή συχνότητα μετά από έργο, ο παλμός οξυγόνου και η πίεση αίματος. Η προπόνηση έχει επίσης μια θετική επίδραση στην απόδοση του αναπνευστικού συστήματος, πράγμα που φαίνεται από τις αξιοσημείωτες διαφορές που παρατηρήθηκαν μεταξύ γυμνασμένων και αγύμναστων ενηλίκων. Η ζωτική χωρητικότητα, ο μέγιστος εκπνεόμενος όγκος και άλλες μεταβλητές είναι μεγαλύτερες στους γυμνασμένους έφηβους.
Με το ν' αυξάνει την παροχή μυϊκής ενέργειας, ο μεταβολισμός προσαρμόζεται στην αθλητική προπόνηση χωρίς καμία δυσκολία.
Το κεντρικό και το περιφερειακό νευρικό σύστημα είναι ικανά, χάρη στο ανώτερο επίπεδο ωρίμανσής τους, να προσαρμόζουν την εισερχόμενη πληροφόρηση και τη διεργασία της, τη διεργασία κινητικής μάθησης, τη νευρομυϊκή συναρμογή, το χρόνο αντίδρασης και τη κινητική ταχύτητα στις απαιτήσεις του συγκεκριμένου αθλήματος.
Πηγή : ΠΡΟΠΟΝΗΤΙΚΗ - ΜΕΓΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΑΘΛΗΤΙΚΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ
D. HARRE




Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου